Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2008

ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ!

Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα,μόνος,
στόν Παράδεισο
Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές

Τής παλάμης,η Μοίρα,σάν κλειδούχος
Μιά στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός
Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα
Μέ τό δριμύ του μαύρου του θανάτου.

ΙΙ.

Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τά χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’άλλα πού πέρασαν
Εάν είναι αλήθειαΜιλημένα τά σώματα καί οί βάρκες πού έκρουζαν γλυκά
Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τά "πίστεψέ με" και τα "μή"
Μιά στόν αέρα μιά στή μουσική
Τα δυό μικρά ζώα,τά χέρια μας
Πού γύρευαν ν’ανέβουνε κρυφά τό ένα στό άλλο
Η γλάστρα μέ τό δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες
Καί τά κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ’τίς ξερολιθιές,πίσω άπ’τούς φράχτες
Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού
Κι έτρεμες τρείς φορές τό μώβ τρείς μέρες πάνω απότούς καταρράχτες
Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Τό ξύλινο δοκάρι καί τό τετράγωνο φαντό
Στόν τοίχο μέ τή Γοργόνα μέ τά ξέπλεκα μαλλιά
Τή γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στά σκοτεινά
Παιδί μέ τό λιβάνι καί μέ τόν κόκκινο σταυρό
Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων τό απλησίαστο
Πενθώ τό ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος.


ΙΙΙ.

Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα
Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε
Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ"
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά
Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά
Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
Πάντα Εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τόΕξαργυρώνει
Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή
Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς;
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου
Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.

ΙV.

Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν,μ’ακούς;
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα μ’ακούς;
Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό,μ’ακούς;
Μαχαίρι
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει,μ’ακούς;
Είμ’εγώ,μ’ακούς;
Σ’αγαπώ,μ’ακούς;
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας,μ’ακούς;
Πού μ’αφήνεις,πού πάς καί ποιός,μ’ακούς;
Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’τούς κατακλυσμούς
Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες
Θά’ρθει μέρα,μ’ακούς;
Νά μάς θάψουν κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα,μ’ακούς;
Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά,μ’ακούς;
Τών ανθρώπωνΚαί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει
Στά νερά ένα-- ένα , μ’ακούς;
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ,μ’ακούς;
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία,μ’ακούς;
Όπου κάποτε οί φιγούρες Τών Αγίων βγάζουν δάκρυ αληθινό,μ’ακούς;
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά,μ’ακούς;
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δέν πάω ,μ’ακους;
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί,μ’ακούς;
Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ’ακούς;
Τής αγάπης
Μιά γιά πάντα τό κόψαμε
Καί δέν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς,μ’ακούς;
Σ’άλλη γή,σ’άλλο αστέρι,μ’ακούς;
Δέν υπάρχει τό χώμα δέν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε,ο ίδιος,μ’ακούς;
Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ’άλλους καιρούς
Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες,μ’ακούς;
Νά τινάξει λουλούδι,μόνο εμείς,μ’ακούς;
Μές στή μέση τής θάλασσαςΑπό τό μόνο θέλημα τής αγάπης,μ’ακούς;
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί,μ’ακούς;
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου,άκου
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει -- ακούς;
Ποιός γυρεύει τον άλλον,ποιός φωνάζει,ακούς;
Είμ’εγώ πού φωνάζω κι είμ’εγώ πού κλαίω,μ’ακούς;
Σ’αγαπώ,σ’αγαπώ,μ’ακούς;

V.

Γιά σένα έχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς
Μέ σοφές παραμάνες καί μ’αντάρτες απόμαχους
Από τί νά’ναι πού έχεις τή θλίψη του αγριμιού
Τήν ανταύγεια στό μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
Καί γιατί,λέει,νά μέλει κοντά σου νά’ρθω
Πού δέν θέλω αγάπη αλλά θέλω τόν άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό
Καί γιά σένα κανείς δέν είχε ακούσει
Γιά σένα ούτε τό δίκταμο ούτε τό μανιτάρι
Στά μέρη τ’αψηλά της Κρήτης τίποτα
Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί τό χέρι
Πιό δω,πιό κεί,προσεχτικά σ’όλα τό γύρο
Του γιαλού του προσώπου,τούς κόλπους,τά μαλλιά
Στό λόφο κυματίζοντας αριστερά
Τό σώμα σου στή στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου
Βυθού,μέσα στό σπίτι μέ τό σκρίνιο τό παλιό
Τίς κίτρινες νταντέλες καί τό κυπαρισσόξυλο
Μόνος νά περιμένω που θά πρωτοφανείς
Ψηλά στό δώμα ή πίσω στίς πλάκες της αυλής
Μέ τ’άλογο του Αγίου καί τό αυγό της Ανάστασης
Σάν από μιά τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή
Νά χωράς στό κεράκι τή στεντόρεια λάμψη τήν ηφαιστειακή
Πού κανείς νά μήν έχει δεί καί ακούσει
Τίποτα μές στίς ερημιές τά ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στόν αυλόγυρο
Γιά σένα,ούτε η γερόντισσα ν’όλα της τά βοτάνια
Γιά σένα μόνο εγώ,μπορεί,καί η μουσική
Πού διώχνω μέσα μου αλλ’αυτή γυρίζει δυνατότερη
Γιά σένα τό ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Τό στραμμένο στό μέλλον με τόν κρατήρα κόκκινο
Γιά σένα σάν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Πού βρίσκει μές στό σώμα καί πού τρυπάει τή θύμηση
Καί νά τό χώμα,νά τά περιστέρια,νά η αρχαία μας γή.


VI.

Έχω δεί πολλά καί η γή μές’απ’τό νού μου φαίνεται ωραιότερη
Ώραιότερη μές στούς χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή,ωραιότερα
Τά μπλάβα των ισθμών καί οί στέγες μές στά κύματα
Ωραιότερες οί αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τά βουνάτής θάλασσας
Έτσι σ’έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
Νά’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μές στό αυλάκι που τό πέρασμα σου αφήνει
Σάν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί
Καί νά παίζει μέ τ’άσπρο καί τό κυανό η ψυχή μου !
Νίκη,νίκη όπου έχω νικηθεί
Πρίν από τήν αγάπη καί μαζί
Γιά τή ρολογιά καί τό γκιούλ-μπιρσίμι
Πήγαινε,πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί
Μόνος καί άς είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδίνεογέννητο
Μόνος,καί ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα νά σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος,ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τόν Παράδεισο !

VII.

Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα
Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ
Νά σέ βλέπω μισή να περνάς στό νερόκαι μισή
να σε κλαίω μές στόν Παράδεισο.
Να λοιπον που δεν εχω αλλο τροπο να εκφραστω!να που δεν αισθανομαι την ελευθερια να με φανερωσω σε καποιον απο τους γυρω μου..να πω και να δειξω αυτα που νιωθω...να ομως που ηρθε και αυτη η στιγμη που εφτασα στα ορια μου..που δεν υπαρχει πλεον καμια ελπιδα να βρεθω καποια στιγμη κοντα σου και ολη αυτη η πραγματικοτητα με πνιγει!μην εχοντας αλλο τροπο,αλλη εναλλακτικη διεξοδο ειπα αντι να τρεχω σε παραλιες(που δεν ειναι και ευκολο)και να βαζω γραμματα σε μπουκαλια με την τρελη ελπιδα οτι μπορει να βρεθουν στα χερια σου, να ερθω εδω και να σου λεω τις σκεψεις μου και τα συναισθηματα μου...ξερω πως δεν υπαρχει περιπτωση να λαβω απαντηση σου ακομα και να θελεις...αλλα αν δε με ξεγαλασω και λιγο δε θα περασει η ζωη..ισως ετσι να πιστευω οτι απο καπου βλεπεις,ακους,νιωθεις και ερχεσαι διπλα μου....σε εσενα λοιπον που αθελα σου και εν αγνοια σου με επλασες και με γεμισες με την ουσια της ζωης...με εκανες να δω καταματα ποια ειμαι και τι θελω μεσα απο τα δικα σου παθη,λαθη..μεσα απο τα δικα σου ματια και τις δικες σου εμπειριες...θα μου πεις..λιγο αργα τα συνειδητοποιησες ολα αυτα...εχεις τοσο δικιο,για αυτο με τιμωρω καθε μερα...αν και εσυ ξερω πως δε μου κρατας κακια..και ακομα και τωρα,ακομα και ετσι εισαι στον αερα που με αγγιζει και με κανεις ολο και καλυτερη,ολο και πιο ανθρωπινη,ολο και πιο αληθινη και ουσιαστικη...για να μπορω να λεω οτι εγω εζησα δεν υπηρξα απλως σε αυτον τον κοσμο!!!παντα ενα μερος μου θα ειναι μαζι σου....οπως λεει και ο λοιζος:''κι ετρεχα ξοπισω σου κι εγω για να με κοιταζεις...."παντα θα τρεχω με οποιο τροπο εχω τωρα πια.....σε αφηνω να γαληνεψεις..υπνος να'ρθει στα ματια σου και στην καρδια σου ειρηνη,υπνος κι ειρηνη θα'θελα για'σενα να'χα γινει...καληνυχτα,χιλιες φορες καλη σου νυχτα μικρε μου πριγκιπα...

Αlma libre...

κλεισ'τα ματια κι αφησου απλα να σε πανε τα ονειρα σου....

ελευθερη να'ναι η ψυχη μας!!....

.....κι ο,τι περασαμε πριν στη ζωη να'ναι η κρυφη δυναμη μας....