Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ο θεος επλασε τον κοσμο μας οι ποιητες τον διορθωνουν.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ο θεος επλασε τον κοσμο μας οι ποιητες τον διορθωνουν.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 8 Ιουνίου 2012


Φοβάμαι..


Φοβάμαι

τους ανθρώπους που εφτά χρόνια


έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι


και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–


βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας


«Δώστε τη χούντα στο λαό».


Φοβάμαι τους ανθρώπους


που με καταλερωμένη τη φωλιά


πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.


Φοβάμαι τους ανθρώπους


που σου 'κλειναν την πόρτα


μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια


και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο


να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.


Φοβάμαι τους ανθρώπους


που γέμιζαν τις ταβέρνες


και τα 'σπαζαν στα μπουζούκια


κάθε βράδυ


και τώρα τα ξανασπάζουν


όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη


και έχουν και «απόψεις».


Φοβάμαι τους ανθρώπους


που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν


και τώρα σε λοιδορούν


γιατί,λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.


Φοβάμαι,φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.


Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.




Μανώλης Αναγνωστάκης
Το ποίημα «Φοβάμαι» γράφτηκε τον Νοέμβρη του 1983 και δημοσιεύτηκε στην εφημ. Αυγή.

υγ:δεν ημουν ποτε το καταλληλοτερο προσωπο για πολιτικες κουβεντες και ιδιως αυτη η σελιδα δε σκεφτηκα ποτε οτι θα φιλοξενουσε κατι τετοιο αλλα ηταν η πιο γρηγορη αναρτηση  κ χωρις σκεψη.αυτο το ποιημα καρφωμενο στη ψυχη.στα χειλη..
ΜΟΝΟ ΣΙΩΠΗ..........................




Τρίτη 19 Μαΐου 2009

ΜΕΘΥΣΤΕ!
Πρέπει να 'σαι πάντα μεθυσμένος. Εκεί είναι όλη η
ιστορία: είναι το μοναδικό πρόβλημα. Για να νιώθετε
το φριχτό φορτίο του Χρόνου που σπάζει τους ώμους σας
και σας γέρνει στη γη, πρέπει να μεθάτε αδιάκοπα.
Αλλά με τι; Με κρασί, με ποίηση ή με αρετή, όπως σας
αρέσει. Αλλά μεθύστε.
Και αν μερικές φορές, στα σκαλιά ενός παλατιού, στο
πράσινο χορτάρι ενός χαντακιού, μέσα στη σκυθρωπή
μοναξιά της κάμαράς σας, ξυπνάτε, με το μεθύσι κιόλα
ελαττωμένο ή χαμένο, ρωτήστε τον αέρα, το κύμα, το
άστρο, το πουλί, το ρολόι, το κάθε τι που φεύγει, το
κάθε τι που βογκά, το κάθε τι που κυλά, το κάθε τι
που τραγουδά, ρωτήστε τι ώρα είναι, και ο αέρας, το
κύμα, το άστρο, το πουλί, το ρολόι, θα σας απαντήσουν :
"Είναι η ώρα να μεθύσετε!
Για να μην είσαστε οι βασανισμένοι σκλάβοι του Χρόνου,
μεθύστε, μεθύστε χωρίς διακοπή!
Με κρασί, με ποίηση ή με αρετή, όπως
σας αρέσει"...
charles baudelaire...
σε ολα εσυ....ποση αληθεια!

Τρίτη 17 Μαρτίου 2009


ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΤΟ!
Σκορπίζουν
των δακρύων οι μεγάλες συγκεντρώσεις.
Μνήμη και παρόν ψάχνουν να κρυφτούν
από τη διαύγειά τους.
Αραιά και πού καμιά τουφεκιά
πότε από κείνο το ευκρινές
χαράκωμα η λύπη πότε από αμυδρότερο.
Στρατηγική να δείξει τάχα
ότι έρχονται ενισχύσεις.
Ας παραδοθεί.
Έχει σχεδόν επικρατήσει η φωτογραφία σου.
Εξαπλώθηκε όπου βρήκε άμαχη επιφάνεια
αποδεκατισμένη αίσθηση πρόθυμη για γαλήνη.
Ανεμίζει στων βλεμμάτων τα υψώματα
όχι σαν έθιμο αδρανές μελαγχολικό
μα ως γενναίος συκοφάντης της απώλειάς σου.
Μέρα τη μέρα πείθει πως τίποτα δεν άλλαξε
ότι ήσουν πάντα έτσι,από χαρτί
εκ γενετής φωτογραφία σε συνάντησα
ανέκαθεν πως έτσι σ'αγαπούσα γυρολόγα
από εικόνα σε απεικόνιση
κι από απεικόνιση σε εικόνα σου αρκέστηκα.
Μνήμη και παρόν πρέπει να κρυφτούν
από τη διαύγειά τους.
Αραιά και πού καμιά τουφεκιά αμυδρή
μαρτυρία υπέρ σου η λύπη
ας παραδοθεί.

Ο μόνος αξιόπιστος μάρτυρας ότι ζήσαμε
είναι η απουσία μας...
κικη δημουλα...

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2009

ΓΗ ΤΩΝ ΑΠΟΥΣΙΩΝ!

Τώρα θα κοιτάζεις μία θάλασσα.
Η διάθεση να σε εντοπίσω
στη συστρεφόμενη εντός μου γη των απουσιών
έτσι σε βρίσκει:
πικρή παραθαλάσσια αοριστία.
Εκεί δεν έχει ακόμα νυχτώσει
κι ας νύχτωσε τόσο εδώ
των τόπων οι κρίσιμες ώρες
σπάνια συμπίπτουν.
Κάτι σαν φώς και ούτε φώς,
η ώρα του εαυτού σου έχει πέσει.
Χορεύουν φύκια
κάτω απ το τζάμι του νερού.
Τα ρηχά, έχουν κι αυτά
τα βάσανά τους και τα γλέντια τους.
Τώρα θα έχουν λύσει τα μαλλιά τους
οι αγνές ησυχίες τριγύρω
με τη σιωπή σου θα τις κάνεις
γυναίκες σου εκπληρωμένες.
Ξαπλώνουν δίπλα σου.
Η σκέψη σου στερεώνει σκαλοπάτια στον αέρα
κι ανεβαίνει. Σε κρατάει στο ράμφος της.
Που ξέρω εγώ τα ευαίσθητα σημεία του πελάγους
για να σε καταλάβω;
Θα κοιτάζεις μία έρημη θάλασσα.
Το βλέμμα σου δεν παραλλάζει
από πλαγιά που γλυκά
και με ανακούφιση σκουραίνει
κατρακυλώντας μες στην απομάκρυνση.
Αναπνέεις με το στέρνο των μακρινών ηρεμιών,
που έχω γι αυτές διαβάσει
στους πολύτομους κόπους που έδεσα.
Σ' ένα αβαθή σου στεναγμό βούλιαξε ένα βαπόρι.
Δεν θα ήτανε βαπόρι. Θα ήτανε σκιάχτρο
στα υγρά περβόλια της φυγής
να μην πηγαίνουν οι διαθέσεις
να την τσιμπολογάνε.
Η τερατώδης του πελάγους δυνατότητα,
η κίνηση του πλάτους,
φθάνει στα πόδια σου αφρός,
ψευτοεραστής στα πρώτα βότσαλα.
Τούς σκάει ένα φιλί και ξεμεθάει.
Τώρα, θα σου έχουν πει ό,τι είχαν να σου πουν
Οι αναδιπλώσεις των κυμάτων
και θα επιστρέφεις κάπου.
Θα παίρνεις κάποιο χωματόδρομο,
μία άλλη άπλα,
αλλού γυμνή κι αλλού ντυμένη με βλάστηση.
Η σκέψη σου, μετά από τόση θάλασσα,
κατέβηκε από γλάρος,
βάζει το δέρμα της προσαρμογής και χάνεται.
Όπου είναι θάμνος, πράσινη
όπου σκοτεινό, σκοτεινή.
Εκεί που οι καλαμιές σπέρνουν ψιθύρους,
ψιθυριστή,
όπου περνάει ρίζα, ριζωμένη
όπου κυλάει ρυάκι, ρέουσα
κι όπου δαγκώνει η πέτρα, πέτρινη.

Στην ψυχή σου δεν φθάνει κανείς
ούτε δια ξηράς ούτε δια θαλάσσης.

Αυτό το δισκίο,
το ακουμπισμένο στο μαύρο ατμοσφαιρικό τραπέζι,
πού το περνάς κι εσύ, όπως κι οι άλλοι, για φεγγάρι,
ασ' το, δεν είναι φεγγάρι.
Είναι το βραδινό μου χάπι
το ψυχοτρόπο...
κικη δημουλα...
μετα απο τετοιο εργο τεχνης..τι μπορεις να πεις για να ευχαριστησεις τον δημιουργο...?τα λογια ειναι φτωχα...ποσα συναισθηματα...
στα στελνω ολα..

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2009

ΠΑΡΑΝΟΜΙΕΣ!

Επεκτείνομαι καὶ βιώνω
παράνομα
σε περιοχες που σαν υπαρκτὲς
δεν παραδέχονται οι άλλοι.
Εκει σταματώ και εκθέτω
τον καταδιωγμένο κόσμο μου,
εκεί τον αναπαράγω
με πικρά κι απειθάρχητα μέσα,
εκεί τον αναθέτω
σ᾿ έναν ήλιο
χωρὶς σχήμα, χωρὶς φως,
αμετακίνητο,
προσωπικό μου.
Εκεί συμβαίνω.
Κάποτε, όμως,
παύει αυτό.
Και συστέλλομαι,
κι επανέρχομαι βίαια
(προς καθησυχασμόν)
στη νόμιμη και παραδεκτή
περιοχή
στην εγκόσμια πίκρα.

Και διαψεύδομαι...
κικη δημουλα...

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2009

ΚΟΝΙΑΚ ΜΗΔΕΝ ΑΣΤΕΡΩΝ!

Χαμένα πανε εντελως τα λόγια των δακρύων.
Ὅταν μιλάει η αταξία η τάξη σωπαίνει
-εχει μεγάλη πείρα ο χαμός-.
Τώρα πρέπει να σταθουμε στο πλευρό του ανώφελου.
Σιγά σιγά να ξαναβρει το λέγειν της η μνήμη
να δίνει ωραίες συμβουλές μακροζωϊας σε ό,τι έχει πεθάνει.
Ας σταθουμε στο πλευρό ετούτης της μικρης φωτογραφίας
που είναι ακόμα στον ανθό του μέλλοντός της:
νέοι ανώφελα λιγάκι αγκαλιασμένοι
ενώπιον ανωνύμως ευθυμούσης παραλίας.
Ναύπλιο Εύβοια Σκόπελος;
Θα μου πεις
και που δεν ήταν τότε θάλασσα...
κικη δημουλα...

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2009

Αξημερωτη αναγκη εσυ...

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ 1948!
Κρατώ λουλούδι μάλλον.
Παράξενο.
Φαίνετ' απ' τη ζωή μου
πέρασε κήπος κάποτε.
Στο άλλο χέρι
κρατώ πέτρα.
Με χάρη και έπαρση.
Υπόνοια καμιά
ότι προειδοποιούμαι γι' αλλοιώσεις,
προγεύομαι άμυνες.
Φαίνετ' απ' τη ζωή μου
πέρασε άγνοια κάποτε.
Χαμογελώ.
Η καμπύλη του χαμόγελου,
το κοίλο αυτής της διαθέσεως,
μοιάζει με τόξο καλά τεντωμένο,
έτοιμο.
Φαίνετ' απ' τη ζωή μου
πέρασε στόχος κάποτε.
Και προδιάθεση νίκης.
Το βλέμμα βυθισμένο
στο προπατορικό αμάρτημα:
τον απαγορευμένο καρπό
της προσδοκίας γεύεται.
Φαίνετ' απ' τη ζωή μου
πέρασε πίστη κάποτε.
Η σκιά μου, παιχνίδι του ήλιου μόνο.
Φοράει στολή δισταγμού.
Δεν έχει ακόμα προφθάσει να είναι
σύντροφός μου ή καταδότης.
Φαίνετ' απ' τη ζωή μου
πέρασ' επάρκεια κάποτε.
Συ δεν φαίνεσαι.
Όμως για να υπάρχει γκρεμός στο τοπίο,
για να 'χω σταθεί στην άκρη του
κρατώντας λουλούδι
και χαμογελώντας,
θα πει πώς όπου να 'ναι έρχεσαι.
Φαίνετ' απ' τη ζωή μου
ζωή πέρασε κάποτε...
κικη δημουλα...

θελω να σε δω ρε..παει καιρος..

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2008

ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ ΕΡΧΕΤΑΙ!
Ξεκινάμε ανάλαφροι καθώς η γύρη που ταξιδεύει στον άνεμο
Γρήγορα πέφτουμε στο χώμα ρίχνουμε ρίζες,
ρίχνουμε κλαδιά
γινόμαστε δέντρα που διψούν ουρανό
κι όλο αρπαζόμαστε με δύναμη απ' τη γη
Μας βρίσκουν τ' ατέλειωτα καλοκαίρια
τα μεγάλα κάματα.
Οι άνεμοι, τα νερά παίρνουν τα φύλλα μας.
Αργότερα πλακώνουν οι βαριές συννεφιές
μας τυραννούν οι χειμώνες κι οι καταιγίδες
Μα πάντα αντιστεκόμαστε,ορθωνόμαστε
πάντα ντυνόμαστε με νέο φύλλωμα
Ωσότου, φτάνει ένας άνεμος παράξενος
-κανείς δε ξέρει πότε κι από που ξεκινά-
μας ρίχνει κάτωμ' όλες μας τις ρίζες στον αέρα.
Για λίγο ακόμα μες στη φυλλωσιά μας κάθεται κρυμμένο
-να πει μια τρίλια του στη νύχτα που έρχεται-ένα πουλί.
μελισσανθη...


ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ!
Κανείς δεν ξέρει την αληθινή ιστορία του Νάρκισσου
Ονειρευόταν την ομορφιά
Κι έσκυβε πάνω απ' το νερό
Να την γνωρίσει στο πρόσωπό του
Εβλεπε φύλλα κι ανταύγειες
Εναν ανάστροφο, υδάτινο ουρανό
Σκιές και λάμψεις απατηλές
Κι ονειρευόταν πάντα.Κάποτε τρόμαξε τόσο
Σαν είδε την ανάστροφή του εικόνα- μέσα σε κύκλο κλειστό
Βλέμμα ακίνητο, παγωμένο
Στο θάνατο δοσμένο, πρόσωπο παραμορφωμένο,
φαγωμένο από τη σήψη
Τον λύγισε τόσο βαθιά η απελπισία
Που πνίγηκε μες στο νερό
Σαν φάνηκε το απελπισμένο πρόσωπό του
Στο θάνατο ήτανε πράγματι ωραίο
Αλλιώτικα ζωντανό.
Γιατί όπως στα όνειρα και στους μύθους
Ολα μπορεί να κρύβουν μια διπλή σημασία
-κι ο θάνατος να σημαίνει ζωή-

Μες στην ψυχή μας, όπως στην ψυχή του κόσμου
Ολα καθρεφτίζονται ανάστροφα
Καθώς το δέντρο στο ποτάμι.
μελισσανθη...

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2008

Η πατριδα σου,οι μνημες σου,το ονειρο μου...

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ!
Ητανε κείνη η νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης,
το κύμα η πλώρη εκέρδιζεν οργιά με την οργιά.
Σ' έστειλε ο πρώτος στα νερά να πας για να γραδάρεις,
μα εσύ θυμάσαι τη Σμαρώ και την Καλαμαριά.
Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγανοι οι Χιλιάνοι
- 'Αγιε Νικόλα φύλαγε κι Αγιά Θαλασσινή -
Τυφλό κορίτσι σ' οδηγάει, παιδί του Modigliani,
που τ' αγαπούσε ο δόκιμος κι οι δυο Μαρμαρινοί.
Νερό καλάρει το fore peak, νερό και τα πανόλια
μα εσένα μια παράξενη ζαλάδα σε κινεί.
Με στάμπα που δε φαίνεται σε κέντησε η Σπανιόλα
ή το κορίτσι που χορεύει απάνω στο σκοινί;
Απάνου στο γιατάκι σου φίδι νωθρό κοιμάται
και φέρνει βόλτες ψάχνοντας τα ρούχα σου η μαϊμού.
Εκτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται
σε τούτο το τρομακτικό ταξίδι του χαμού.
Ο ναύτης ρίχνει τα χαρτιά κι ο θερμαστής το ζάρι
κι αυτός που φταίει και δε νογάει, παραπατάει λοξά.
Θυμήσου κείνο το στενό κινέζικο παζάρι
και το κορίτσι που 'κλαιγε πνιχτά μες στο ρικσά.
Κάτω από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη
Πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου είπες "σ' αγαπώ".
Αύριο σαν τότε και χωρίς χρυσάφι στο μανίκι,
μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Depot...
νικος καββαδιας...
MAL DU DEPART!
Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βραδιά, σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.
Για το Μαδράς, τη Σιγγαπούρ, τ' Αλγέρι και το Σφαξ
θ' αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία,
κι εγώ, σκυφτός σ' ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς,
θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.
Θα πάψω πιά για μακρινά ταξίδια να μιλώ,
οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα 'χω πιά ξεχάσει,
κι η μάνα μου, χαρούμενη, θα λέει σ' όποιον ρωτά :
"Ηταν μιά λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει . . . "
Μα ο εαυτός μου μιά βραδιάν εμπρός μου θα υψωθεί
και λόγο, ως ένας δικαστής στυγνός, θα μου ζητήσει,
κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί,
θα σημαδέψει, κι άφοβα το φταίστη θα χτυπήσει.
Κι εγώ, που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες,
θα 'χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
και μιά κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες...
νικος καββαδιας...

απο τον λατρεμενο μου καββαδια..ενα απο τα δυο ποιηματα που εμαθα απο τοτε που θυμαμαι τον εαυτο μου..αυτο και το μονογραμμα του ελυτη με σημαδεψαν και μου εδειξαν εναν αλλιωτικο δρομο..τον δρομο της ποιησης που μου κραταει συντροφια και με κανει καλυτερη..κυριως τωρα που λειπεις..και χαθηκε η ελπιδα..


Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2008

ΠΑΡΑΚΛΗΣΙΣ!
Αυτή τη μέρα
άφησε με να σου εμπιστευθώ την ιστορία μου:
Μελαγχολικός της ζωής άνεμος είμαι
που νυχτώθηκα και απόμεινα σε ένα χθες ανάλγητο.
Έλα λοιπόν, και με τα μάτια σου,
πού'ναι καταχνιά και ενάστρωση,
το σύθαμπο και το πρωί
σε μια αλλόκοτη σύγκλιση,
ανάστειλε τη νύχτα μου.
Ελα.
Κι ας είναι μοιραίο πως αργότερα,
όταν ανάμεσα μας θα αναδεύεται,
σε ανυπόφορη μεγέθυνση,
το μυστικό μας το αδυσώπητο
-πως σημερινοί είμαστε και ξένοι-
με τον υποβολέα της πίκρας μου
παμπάλαιο κατευόδιο θα απαγγείλω πάλι...
κικη δημουλα...

Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2008


ΕΛΑΝΘΑΝΕ!

Οτι ήμουνα ενας άνθρωπος
Που όλο με σκυμμένο το κεφάλι
Με περπατάγανε οι δρόμοι ,αυτό πράχθηκε φανερά σας.
Σας το αφήνω .Επάνω του λοιπόν ,
Αποκεφαλίστε το,
Μοιράστε το σ΄ οσες υποτιμήσεις θέλετε
-πως γην και ύδωρ έδωσα σε φόβους και σήκωσε κεφάλι η ηττοπάθεια -,
ρίξτε το ολόκληρο σ'οσες αδιαφορίες σας κι άλλο πεινάνε ,
πετάξτε το σε δυό παλιογραμμούλες τύμβο.
Όμως πως σκύβοντας Ατένιζα ουρανό,
Αυτό δεν θα το αγγίξετε .
Επράχθηκε κρυφά σας
Το έκρυψα καλά
Στην ασφαλή του κεφαλιού μου
Τη λιμοκτόνα στάση .
Σκύβοντας ουρανό ατένιζα
Που εφτιαξα από πτώσεις .
Μαζεύοντας σπυρί σπυρί
Ο,τι δεν αφομοιωνε το ύψος.
Εζησα,
Τεντωμένο δίχτυ από κάτω ,
Να συγκρατώ ,να περισώζω
Λογής λογής διάττοντες αυτοκτόνους ,
Τα φωτεινά τους υπολείμματα ,
Εκεί που όλο και χάνει ύψος ,
Όλο και πιο πολύ αποχρυσώνεται
Της μολυβιας τους η κραυγή
Και λυπηρά απολεπταίνει η αιχμή
Της εξαφανισης τους.
Εζησα
Τεντωμένο δίχτυ από κάτω ,
Να σώζω λυπηρότητες ,
Κραυγών αποχρυσώσεις ,
Αιχμών τα φωτεινά υπολείμματα,
Εξαφανίσεων αιχμές .Εζησα ,
Συνταιριάζοντας τις πτώσεις
Με τις παράταιρες αιτίες τους,
Για να μην παει χαμένο το χαμένο.
Αυτό δεν θα τ'αγγίξετε
Είναι από εύφλεκτο εγώ
Θα με τινάξει όλη στον αέρα σας...
κικη δημουλα...

Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2008

ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ!

Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα,μόνος,
στόν Παράδεισο
Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές

Τής παλάμης,η Μοίρα,σάν κλειδούχος
Μιά στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός
Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα
Μέ τό δριμύ του μαύρου του θανάτου.

ΙΙ.

Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τά χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’άλλα πού πέρασαν
Εάν είναι αλήθειαΜιλημένα τά σώματα καί οί βάρκες πού έκρουζαν γλυκά
Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τά "πίστεψέ με" και τα "μή"
Μιά στόν αέρα μιά στή μουσική
Τα δυό μικρά ζώα,τά χέρια μας
Πού γύρευαν ν’ανέβουνε κρυφά τό ένα στό άλλο
Η γλάστρα μέ τό δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες
Καί τά κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ’τίς ξερολιθιές,πίσω άπ’τούς φράχτες
Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού
Κι έτρεμες τρείς φορές τό μώβ τρείς μέρες πάνω απότούς καταρράχτες
Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Τό ξύλινο δοκάρι καί τό τετράγωνο φαντό
Στόν τοίχο μέ τή Γοργόνα μέ τά ξέπλεκα μαλλιά
Τή γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στά σκοτεινά
Παιδί μέ τό λιβάνι καί μέ τόν κόκκινο σταυρό
Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων τό απλησίαστο
Πενθώ τό ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος.


ΙΙΙ.

Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα
Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε
Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ"
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά
Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά
Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
Πάντα Εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τόΕξαργυρώνει
Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή
Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς;
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου
Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.

ΙV.

Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν,μ’ακούς;
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα μ’ακούς;
Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό,μ’ακούς;
Μαχαίρι
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει,μ’ακούς;
Είμ’εγώ,μ’ακούς;
Σ’αγαπώ,μ’ακούς;
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας,μ’ακούς;
Πού μ’αφήνεις,πού πάς καί ποιός,μ’ακούς;
Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’τούς κατακλυσμούς
Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες
Θά’ρθει μέρα,μ’ακούς;
Νά μάς θάψουν κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα,μ’ακούς;
Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά,μ’ακούς;
Τών ανθρώπωνΚαί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει
Στά νερά ένα-- ένα , μ’ακούς;
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ,μ’ακούς;
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία,μ’ακούς;
Όπου κάποτε οί φιγούρες Τών Αγίων βγάζουν δάκρυ αληθινό,μ’ακούς;
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά,μ’ακούς;
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δέν πάω ,μ’ακους;
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί,μ’ακούς;
Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ’ακούς;
Τής αγάπης
Μιά γιά πάντα τό κόψαμε
Καί δέν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς,μ’ακούς;
Σ’άλλη γή,σ’άλλο αστέρι,μ’ακούς;
Δέν υπάρχει τό χώμα δέν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε,ο ίδιος,μ’ακούς;
Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ’άλλους καιρούς
Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες,μ’ακούς;
Νά τινάξει λουλούδι,μόνο εμείς,μ’ακούς;
Μές στή μέση τής θάλασσαςΑπό τό μόνο θέλημα τής αγάπης,μ’ακούς;
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί,μ’ακούς;
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου,άκου
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει -- ακούς;
Ποιός γυρεύει τον άλλον,ποιός φωνάζει,ακούς;
Είμ’εγώ πού φωνάζω κι είμ’εγώ πού κλαίω,μ’ακούς;
Σ’αγαπώ,σ’αγαπώ,μ’ακούς;

V.

Γιά σένα έχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς
Μέ σοφές παραμάνες καί μ’αντάρτες απόμαχους
Από τί νά’ναι πού έχεις τή θλίψη του αγριμιού
Τήν ανταύγεια στό μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
Καί γιατί,λέει,νά μέλει κοντά σου νά’ρθω
Πού δέν θέλω αγάπη αλλά θέλω τόν άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό
Καί γιά σένα κανείς δέν είχε ακούσει
Γιά σένα ούτε τό δίκταμο ούτε τό μανιτάρι
Στά μέρη τ’αψηλά της Κρήτης τίποτα
Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί τό χέρι
Πιό δω,πιό κεί,προσεχτικά σ’όλα τό γύρο
Του γιαλού του προσώπου,τούς κόλπους,τά μαλλιά
Στό λόφο κυματίζοντας αριστερά
Τό σώμα σου στή στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου
Βυθού,μέσα στό σπίτι μέ τό σκρίνιο τό παλιό
Τίς κίτρινες νταντέλες καί τό κυπαρισσόξυλο
Μόνος νά περιμένω που θά πρωτοφανείς
Ψηλά στό δώμα ή πίσω στίς πλάκες της αυλής
Μέ τ’άλογο του Αγίου καί τό αυγό της Ανάστασης
Σάν από μιά τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή
Νά χωράς στό κεράκι τή στεντόρεια λάμψη τήν ηφαιστειακή
Πού κανείς νά μήν έχει δεί καί ακούσει
Τίποτα μές στίς ερημιές τά ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στόν αυλόγυρο
Γιά σένα,ούτε η γερόντισσα ν’όλα της τά βοτάνια
Γιά σένα μόνο εγώ,μπορεί,καί η μουσική
Πού διώχνω μέσα μου αλλ’αυτή γυρίζει δυνατότερη
Γιά σένα τό ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Τό στραμμένο στό μέλλον με τόν κρατήρα κόκκινο
Γιά σένα σάν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Πού βρίσκει μές στό σώμα καί πού τρυπάει τή θύμηση
Καί νά τό χώμα,νά τά περιστέρια,νά η αρχαία μας γή.


VI.

Έχω δεί πολλά καί η γή μές’απ’τό νού μου φαίνεται ωραιότερη
Ώραιότερη μές στούς χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή,ωραιότερα
Τά μπλάβα των ισθμών καί οί στέγες μές στά κύματα
Ωραιότερες οί αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τά βουνάτής θάλασσας
Έτσι σ’έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
Νά’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μές στό αυλάκι που τό πέρασμα σου αφήνει
Σάν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί
Καί νά παίζει μέ τ’άσπρο καί τό κυανό η ψυχή μου !
Νίκη,νίκη όπου έχω νικηθεί
Πρίν από τήν αγάπη καί μαζί
Γιά τή ρολογιά καί τό γκιούλ-μπιρσίμι
Πήγαινε,πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί
Μόνος καί άς είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδίνεογέννητο
Μόνος,καί ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα νά σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος,ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τόν Παράδεισο !

VII.

Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα
Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ
Νά σέ βλέπω μισή να περνάς στό νερόκαι μισή
να σε κλαίω μές στόν Παράδεισο.